Σε κάθε ραντεβού για μαγνητική, πριν μπει κανείς στην αίθουσα, του δίνουν ένα ερωτηματολόγιο. Πολλοί το συμπληρώνουν βιαστικά, σαν να πρόκειται για άλλη μια γραφειοκρατική διαδικασία. Στην πραγματικότητα είναι ένα από τα πιο ουσιαστικά κομμάτια της εξέτασης. Ο μαγνήτης του μηχανήματος είναι πάντα ενεργός, ακόμη και όταν δεν γίνεται σάρωση, και αλληλεπιδρά με ορισμένα μεταλλικά αντικείμενα ή συσκευές που μπορεί να βρίσκονται μέσα στο σώμα μας. Γι’ αυτό οι ερωτήσεις δεν είναι τυπικές.

Η πιο γνωστή περίπτωση είναι ο βηματοδότης. Για χρόνια θεωρούνταν απόλυτο εμπόδιο, ενώ σήμερα κυκλοφορούν αρκετές συσκευές που έχουν σχεδιαστεί ώστε να είναι συμβατές με τη μαγνητική υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις. Παρόμοια λογική ισχύει για εμφυτεύσιμους απινιδωτές, νευροδιεγέρτες και κοχλιακά εμφυτεύματα, ενώ συσκευές που φοριούνται πάνω στο σώμα, όπως οι αντλίες ινσουλίνης και οι αισθητήρες γλυκόζης, συνήθως αφαιρούνται πριν από την εξέταση. Το αν μπορεί να γίνει η μαγνητική εξαρτάται από τον τύπο και το μοντέλο της συσκευής, κάτι που κρίνουν ο θεράπων γιατρός (για τον βηματοδότη, ο καρδιολόγος) μαζί με το τμήμα απεικόνισης. Η κάρτα της συσκευής, που συνήθως δίνεται μετά την εμφύτευση, είναι το πιο χρήσιμο χαρτί που μπορεί να φέρει κάποιος μαζί του.
Υπάρχουν και πιο καθημερινές περιπτώσεις που συχνά ξεχνάμε. Μεταλλικά ράμματα ή κλιπ από παλιότερες επεμβάσεις, προθέσεις ισχίου ή γόνατος, βίδες και πλάκες από κατάγματα, σπιράλ αντισύλληψης. Τα περισσότερα σύγχρονα ορθοπεδικά υλικά δεν αποτελούν πρόβλημα, αν και μπορεί να δημιουργήσουν παράσιτα στην εικόνα γύρω από την περιοχή όπου βρίσκονται. Όσοι έχουν δουλέψει με μέταλλα, για παράδειγμα σε συνεργεία ή τορνευτήρια, καλό είναι να το αναφέρουν, γιατί ένα μικρό θραύσμα στο μάτι μπορεί να περάσει απαρατήρητο για χρόνια. Σε τέτοιες περιπτώσεις ο ακτινολόγος μπορεί να ζητήσει πρώτα μια απλή ακτινογραφία.
Τα τατουάζ είναι μια κατηγορία που προκαλεί απορίες. Ορισμένα μελάνια, κυρίως σκούρα ή παλαιότερα, περιέχουν μεταλλικές χρωστικές όπως οξείδια σιδήρου, και σε σπάνιες περιπτώσεις προκαλούν αίσθημα ζέστης ή ελαφρύ ερεθισμό στο δέρμα κατά τη σάρωση. Στην πράξη οι περισσότεροι άνθρωποι με τατουάζ κάνουν την εξέταση χωρίς καμία ενόχληση. Αρκεί να το πουν στο προσωπικό, ώστε να τους ενημερώσουν τι να προσέξουν και να σταματήσουν τη διαδικασία αν νιώσουν κάτι ασυνήθιστο. Παρόμοια λογική ισχύει και για το μόνιμο μακιγιάζ, καθώς και για ορισμένα φαρμακευτικά επιθέματα, κάποια από τα οποία περιέχουν μεταλλικό φύλλο και πρέπει να αφαιρεθούν πριν από την εξέταση.
Όλα αυτά δεν έχουν σκοπό να τρομάξουν κανέναν. Η μαγνητική τομογραφία δεν χρησιμοποιεί ιοντίζουσα ακτινοβολία και θεωρείται από τις πιο ασφαλείς απεικονιστικές μεθόδους, ακριβώς επειδή υπάρχει αυτός ο προσεκτικός έλεγχος πριν από κάθε σάρωση. Το προσωπικό είναι εκπαιδευμένο να κάνει τις σωστές ερωτήσεις, αλλά μόνο ο ίδιος ο εξεταζόμενος γνωρίζει το ιστορικό του. Αν κάτι δεν είναι σίγουρο, η απάντηση «δεν ξέρω» είναι πολύ καλύτερη από ένα βιαστικό «όχι».
Ένας πρακτικός τρόπος είναι να κρατάτε μια σημείωση στο κινητό με τις επεμβάσεις που έχετε κάνει, τα εμφυτεύματα και τις συσκευές σας, μαζί με τις χρονολογίες. Χρησιμεύει σε κάθε ιατρική επίσκεψη, όχι μόνο στη μαγνητική. Και αν ο γιατρός σας ζητήσει την εξέταση ενώ έχετε κάποιο από τα παραπάνω, συζητήστε το μαζί του από πριν. Συχνά η λύση είναι απλή, και μερικές φορές υπάρχει εναλλακτική εξέταση που δίνει την πληροφορία που χρειάζεται.
