Μια νέα μελέτη έρχεται να προσθέσει περισσότερα στοιχεία στη συζήτηση γύρω από τη χρήση οθονών στην παιδική ηλικία και υποστηρίζει ότι πιθανότατα δεν έχει σημασία μόνο πόσο χρόνο περνούν τα παιδιά μπροστά σε μια οθόνη αλλά και το πότε συμβαίνει αυτή η έκθεση.
Συγκεκριμένα, οι ερευνητές παρακολούθησαν 502 παιδιά από τη βρεφική ηλικία έως τα 8 τους χρόνια, καταγράφοντας τον χρόνο που περνούσαν μπροστά σε οθόνες σε διαφορετικά στάδια της παιδικής ηλικίας και, στη συνέχεια, συνέκριναν αυτά τα δεδομένα με τις σχολικές τους επιδόσεις στα 9 χρόνια και την εργαζόμενη μνήμη τους περίπου στα 10,5.
Όπως προέκυψε, η μεγαλύτερη χρήση οθονών συνδεόταν γενικά με χαμηλότερες επιδόσεις αργότερα, ωστόσο η σχέση αυτή δεν ήταν το ίδιο έντονη σε όλες τις ηλικίες, καθώς ξεχώρισαν ιδιαίτερα το πρώτο έτος της ζωής και η ηλικία των έξι ετών.
Μάλιστα, οι ισχυρότερες συσχετίσεις καταγράφηκαν στη βρεφική ηλικία, κάτι που σύμφωνα με τους ερευνητές, ενδέχεται να σχετίζεται με το γεγονός ότι ο χρόνος μπροστά σε μια οθόνη μπορεί να αντικαθιστά αλληλεπιδράσεις και εμπειρίες σημαντικές για την ανάπτυξη του εγκεφάλου.
Παρ’ όλα αυτά, η μελέτη απλώς καταγράφει συσχετίσεις και δεν αποδεικνύει ότι οι οθόνες προκαλούν άμεσα χαμηλότερες επιδόσεις, γι’ αυτό και οι επιστήμονες τονίζουν ότι θα πρέπει να εξεταστούν περαιτέρω παράγοντες, όπως το είδος του περιεχομένου, η συσκευή που χρησιμοποιείται και η συμμετοχή των γονέων.
Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από ερευνητές του Inserm και του National University of Singapore και δημοσιεύτηκε στο World Journal of Pediatrics.
